καβουρδιστήρι

καβουρδιστήρι
το жаровня

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "καβουρδιστήρι" в других словарях:

  • καβουρδιστήρι — καβουρδιστήρι, το και καβουρντιστήρι, το οικιακό σκεύος, μέσα στο οποίο καβουρδίζεται ο καφές κ.ά.: Φέρε μου το καβουρδιστήρι να καβουρδίσω τον καφέ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καβουρδιστήρι — το βλ. καβουρντιστήρι …   Dictionary of Greek

  • καβουρντιστήρι — και καβουρδιστήρι, το 1. σκεύος με το οποίο καβουρντίζεται ο καφές, το κριθάρι κ.λπ. 2. συσκευή ή μηχάνημα που δεν λειτουργεί καλά ή είναι παλαιού τύπου («αυτό το ρολόι είναι καβουρντιστήρι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < καβουρντίζω ο τ. καβουρδιστήρι… …   Dictionary of Greek

  • καβουρντιστήρι — το βλ. καβουρδιστήρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»